Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Πλάτωνας, Πρωταγόρας: Ενότητα 5: Η πολιτική αρετή ως κοινή και φυσική ιδιότητα όλων των ανθρώπων

τόδε αὖ λαβὲ τεκμήριον: Ο Πρωταγόρας προχωράει στην εμπειρική απόδειξη της θέσης του ότι «κάθε άνθρωπος μετέχει στη δικαιοσύνη και στην άλλη πολιτική αρετή».
     Ο Πρωταγόρας αντιλαμβάνεται ότι ο μύθος δε διαθέτει αποδεικτική ισχύ (αποτελεί έκθεση των θέσεων του). Γι’ αυτό θα προσπαθήσει να στηρίξει και τα δύο συμπεράσματα που προέκυψαν από αυτόν και με λογική επιχειρηματολογία, αναιρώντας τα 2 επιχειρήματα του Σωκράτη.
     Στο μύθο η παρουσία του αντίπαλου λόγου είναι λανθάνουσα και εντοπίζεται μόνο στις τροποποιήσεις που επέφερε στον παραδοσιακό μύθο ο σοφιστής, προκειμένου να εξυπηρετήσει την επιχειρηματολογία του. Στο λόγο, στην επιχειρηματολογία η παρουσία της αντίπαλης επιχειρηματολογίας είναι κυρίαρχη. Γι’ αυτό ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί πολλές φράσεις για να υποδείξει στους ακροατές σε ποιο σημείο της επιχειρηματολογίας του Σωκράτη απαντά και ποιο σημείο της δικής του έκθεσης των θέσεων (που προηγήθηκε με το μύθο) υποστηρίζει. 

δικαιοσύνης τε καὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς ἀρετῆς: Ο Πρωταγόρας προσθέτει τη δικαιοσύνη ως ένα ακόμη στοιχείο της πολιτικής αρετής. Εννοεί ότι η πολιτική αρετή συνίσταται σε επιμέρους αρετές (όπως η ευσέβεια που βλέπουμε στο τέλος του κειμένου). Μια από αυτές είναι και η δικαιοσύνη. Και σ’ αυτήν επικεντρώνει την προσοχή του.

ἐν γὰρ ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς ... ... ἢ μὴ εἶναι ἐν ἀνθρώποις: Ο Πρωταγόρας εδώ διατυπώνει ένα συλλογισμό με στόχο να αποδείξει ότι «πάντ’ ἄνδρα εἰκότως ἀποδέχονται περὶ ταύτης τῆς ἀρετῆς σύμβουλον διὰ τὸ ἡγεῖσθαι παντὶ μετεῖναι αὐτῆς»:
     α) Αν κάποιος λέει ότι είναι καλός σε κάποια τέχνη (π.χ. αυλητής), αλλά δεν είναι, τον κοροϊδεύουν, οι δικοί του οργίζονται, θεωρούν ότι έχει τρελαθεί, τον συμβουλεύουν και τον νουθετούν. Αν όμως αυτός παραδέχεται ότι δεν είναι καλός σ’ αυτήν την τέχνη αυτό θεωρείται σωφροσύνη. Δηλαδή η ειλικρινής παραδοχή = σωφροσύνη.
     Αντίθετα η προσποίηση, το ψεύδος = τρέλα, παράλογη συμπεριφορά.
     β) Αν κάποιος που δεν είναι δίκαιος, το ομολογεί ενώπιον άλλων, θεωρείται τρελός. Δηλαδή η ειλικρινής παραδοχή = τρέλα, παράλογη συμπεριφορά.
     Αντίθετα κάποιος που είναι άδικος και προσποιείται το δίκαιο τον θεωρούν λογικό. Δηλαδή σ’ αυτήν την περίπτωση η προσποίηση = σωφροσύνη.

Συμπέρασμα: Αυτό που στη μια περίπτωση θεωρείται σωφροσύνη στην άλλη θεωρείται παραφροσύνη. Γιατί στην περίπτωση της δικαιοσύνης οι άνθρωποι δέχονται η προσποίηση = σωφροσύνη;
     Η δικαιοσύνη, το αίσθημα του δικαίου είναι ένα από τα συστατικά στοιχεία της πολιτικής αρετής. Το να θεωρούμε ότι όλοι πρέπει να είναι δίκαιοι σημαίνει ότι όλοι πρέπει να συμμετέχουν στην πολιτική αρετή, ότι είναι αναγκαία η κατοχή της πολιτικής αρετής από όλους τους πολίτες.

®  Η συμμετοχή στη δικαιοσύνη είναι βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση κοινωνικών συσσωματώσεων. Το να είναι δίκαιος κάποιος είναι απαραίτητος όρος της ανθρώπινης ύπαρξης και συμμετοχής στην κοινωνία. Αν κάποιος δεν έχει αυτό το μερίδιο, δεν έχει θέση στην κοινωνία. Κι αυτό εξηγείται από το μοίρασμα της αιδούς και της δίκης σε όλους τους ανθρώπους.
®  Η συμμετοχή αυτή πρέπει να δηλώνεται με κάθε τρόπο είτε υφίσταται πραγματικά είτε όχι (οπότε ο άνθρωπος πρέπει να προσποιείται).

ἐν γὰρ ταῖς ἄλλαις ἀρεταῖς ... ... ἢ μὴ εἶναι ἐν ἀνθρώποις: Το τεκμήριο του Πρωταγόρα στηρίζεται σε μια αντιθετική σύγκριση της πολιτικής τέχνης με τις άλλες τέχνες και βασίζεται σε δύο αιτιολογήσεις:
     α) όλοι πρέπει να ισχυρίζονται ότι είναι δίκαιοι (δεῖν φάναι εἶναι δικαίους),
     β) ο καθένας πρέπει να έχει μερίδιο στην πολιτική αρετή (ὡς ἀναγκαῖον οὐδένα ... ...  μετέχειν αὐτῆς).
     Το τεκμήριο δεν είναι λογικό. Χρησιμοποιεί δύο αιτιολογήσεις που έχουν δεοντολογική διατύπωση (δηλαδή πρέπει να ισχύουν) και όχι οντολογική (δηλαδή ισχύουν). Η αποδεικτική του δύναμη είναι μειωμένη. Ο Πρωταγόρας αποδεικνύει τι πιστεύουν οι άνθρωποι για την πολιτική αρετή και όχι τι συμβαίνει στην πραγματικότητα.

ὅτι δὲ αὐτὴν οὐ φύσει ... οὐδ’ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου, ἀλλὰ διδακτόν τε καὶ ἐξ ἐπιμελείας παραγίγνεσθαι ... ἀποδεῖξαι: Ο Πρωταγόρας αφού απάντησε με επιχειρήματα για ποιο λόγο οι άνθρωποι δέχονται κάθε άνθρωπο ως σύμβουλο για την πολιτική αρετή, τώρα θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι οι Αθηναίοι:
     α) θεωρούν ότι η αρετή δεν είναι έμφυτη ούτε έρχεται χωρίς καμιά εξωτερική φροντίδα
     β) ότι αποκτιέται με την επιμέλεια και τη φροντίδα.

ὅσα γὰρ ἡγοῦνται ἀλλήλους κακὰ ἔχειν ἄνθρωποι φύσει ἢ τύχῃ: Τα φύσει ή τύχει ή ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου κακά είναι τα φυσικά ελαττώματα που μπορεί να έχει ένας άνθρωπος (σωματικές δυσμορφίες ή δυσπλασίες, μερική παράλυση, νοητική υστέρηση, «ασχήμια» κτλ.), δηλαδή οι κάθε είδους φυσικές μειονεξίες (σωματικές, πνευματικές, ψυχολογικές).
     Πρόκειται για τα αντίθετα από αυτά που οι αρχαίοι Έλληνες ονόμαζαν καλά, δηλαδή όμορφα:  π.χ. το χάρισμα της ομορφιάς, η σωματική υγεία κτλ.
     Το σημείο που πρέπει να επισημανθεί είναι ο διαχωρισμός φύσει ἢ τύχῃ:  Σ’ αυτό το σημείο ο Πρωταγόρας απομακρύνεται από τις θεολογικές αντιλήψεις που ήταν σε μεγάλο βαθμό κυρίαρχες στην εποχή του. Δέχεται ότι υπάρχει στη φύση σκοπιμότητα (τελεολογική αρχή). Όλα δηλαδή οφείλονται σε μια μηχανιστική αιτιοκρατία, αυτοτελή και ανεξάρτητη και εξελίσσονται αυτόνομα. Όμως και η περιορισμένη αυτή σκοπιμότητα δεν εκπορεύεται από τη θείας βούληση (θεία πρόνοια). Η μόνη που μπορεί να ανατρέψει αυτή την εξέλιξη είναι η τύχη, τα θύματα της οποίας κατανοούμε και συμπονούμε.

οὐδεὶς θυμοῦται οὐδὲ νουθετεῖ οὐδὲ διδάσκει οὐδὲ κολάζει: ανιούσα κλιμάκωση των ρημάτων: νουθετεῖ - διδάσκει - κολάζει.

οὐδεὶς θυμοῦται οὐδὲ νουθετεῖ οὐδὲ διδάσκει οὐδὲ κολάζει τοὺς ταῦτα ἔχοντας, ἵνα μὴ τοιοῦτοι ὦσιν, ἀλλ’ ἐλεοῦσιν: Οι άνθρωποι για τα φύσει κακά δείχνουν συμπόνια και δε συμβουλεύουν, ούτε διδάσκουν ούτε τιμωρούν αυτούς που μειονεκτούν γιατί μειονεκτούν. Οι φυσικές μειονεξίες (και ό,τι απορρέει από αυτές ή σχετίζεται με αυτές) αντιμετωπίζονται με ανεκτικότητα.
     Οι θέσεις αυτές είναι σε γενικές γραμμές σωστές και σε ένα βαθμό επίκαιρες. Σήμερα μάλιστα η ψυχολογία διδάσκει ότι όλοι πρέπει να αναγνωρίζουμε την προσωπικότητα κάθε ανθρώπου είτε έχει φυσικές μειονεξίες είτε όχι. Οι φυσικές μειονεξίες δεν είναι παρά ειδικές ανάγκες που θέτουν ένα διαφορετικό πλαίσιο διδασκαλίας και ένταξης αυτών των ανθρώπων στον κοινωνικό ιστό. Άρα λοιπόν δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται με συμπόνια, αλλά ως διαφορετικές δεξιότητες. Γι’ αυτό μιλούν για άτομα με ειδικές ανάγκες.

ἐξ ἐπιμελείας καὶ ἀσκήσεως καὶ διδαχῆς οἴονται γίγνεσθαι ἀγαθὰ ἀνθρώποις: είναι τρεις βασικές μορφές αγωγής:
1)       Η φροντίδα (επιμέλεια) είναι η προσεκτική επιλογή εκείνων που πρέπει να διδαχτούν
2)       η άσκηση είναι η εξασφάλιση πραγματικών συνθηκών αγωγής για ολοκληρωμένη πρόσκτηση γνώσεων και ανάπτυξη των δεξιοτήτων
3)       Η διδασκαλία είναι η θεωρητική κατάρτιση και ο πλουτισμός των γνώσεων κοντά σ’ ένα δάσκαλο.
Βασική είναι και η μίμηση, την οποία παραλείπει, ίσως επειδή αρκετές φορές οδηγεί και σε αρνητικά αποτελέσματα, γεγονός που δεν εξυπηρετεί την επιχειρηματολογία του.

ἐξ ἐπιμελείας καὶ ἀσκήσεως καὶ διδαχῆς ...  ἀγαθὰ ἀνθρώποις: Σ’ αυτά ανήκουν τα αγαθά που μπορεί να αποκτήσει κάποιος με την αγωγή. Είναι οι επίκτητες ιδιότητες, όπως η δικαιοσύνη, η ευσέβεια κτλ.
     Τα επίκτητα αγαθά είναι αποτέλεσμα άσκησης, διδασκαλίας και αγωγής (προτερήματα) ή, αντίθετα η οκνηρία, η αδιαφορία και η ολιγωρία τα καθιστά ελαττώματα.
Η άποψη ότι οι άνθρωποι δε διαθέτουν αυτές τις ιδιότητες από τη φύση ή από την κοινωνική τους θέση και ότι μπορούν να τις αποκτήσουν μέσα από την παιδεία και την εκπαίδευση είναι μια «πρωτοποριακή» θέση για την εποχή εκείνη. (cf. αριστοκρατικές απόψεις κτλ.).
Συμφώνα με την αρχαϊκ αντίληψη περί ηθικής, οι ιδιότητες -τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου- δίνονται εκ φύσεως και όσο «ανώτερο» είναι το γένος, η γενιά, τόσο ανώτερα, «ευγενέστερα», τα χαρακτηριστικά. Η διδασκαλία των σοφιστών αμφισβητεί αυτή την ηθική και μερικοί από τους σοφιστές διατυπώνουν θέσεις στις οποίες η ανθρωπότητα θα φτάσει ξανά στην εποχή του ευρωπαϊκο διαφωτισμού, όπως ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους ίσοι και οι ανισότητες είναι θέμα κοινωνικών συμβάσεων.



ὅτι δὲ αὐτὴν οὐ φύσει ... οὐδ’ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου, ἀλλὰ διδακτόν τε καὶ ἐξ ἐπιμελείας παραγίγνεσθαι ... ἀποδεῖξαι: Ο συλλογισμός του Πρωταγόρα έχει ως εξής:
1)       Τα ανθρώπινα προτερήματα ή ελαττώματα χωρίζονται σε: 
α) έμφυτα και τυχαία,
β) επίκτητα, τα οποία ασκούνται με φροντίδα, άσκηση και διδασκαλία.
2)       Τα φυσικά ελαττώματα δε διορθώνονται, ούτε και υπάρχει απαίτηση γι’ αυτό.
3)       Τα επίκτητα ελαττώματα με τη διδασκαλία μπορούν να διορθωθούν και να μετατραπούν σε προτερήματα.
Συμπέρασμα: Η αρετή μπορεί να διδαχτεί, αφού ο άνθρωπος μπορεί να διδαχτεί την καθεμιά από τις επιμέρους έννοιες που την συναπαρτίζουν (αιδώς, δίκη, σωφροσύνη, δικαιοσύνη).
Αξιολόγηση του επιχειρήματος: Η απόδειξη δεν είναι πειστική. Ο Πρωταγόρας χρησιμοποιεί το σόφισμα λήψης του ζητούμενου[1], δηλαδή η αποδεικτέα θέση χρησιμοποιείται ταυτόχρονα και ως αποδεικτικό επιχείρημα. Η 3η προκείμενη  πρέπει να αποδειχθεί, δηλαδή πρέπεί να αποδείξει ότι τα επίκτητα αγαθά μπορούν να διορθωθούν και να μετατραπούν σε προτερήματα. Το αποδεικτικό στοιχείο που χρησιμοποιεί είναι ακριβώς η ίδια η θέση που πρέπει να αποδείξει.

Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος δεν κατέχει την αρετή  φύσει ... οὐδ’ ἀπὸ τοῦ αὐτομάτου. Πολλοί μελετητές θεωρούν ότι η άποψή του αυτή αντιφάσκει με όσα είπε προηγουμένως για την αιδώ και τη δίκη. Υποστηρίζουν ότι, αφού η αιδώς και η δίκη δόθηκαν σε όλους τους ανθρώπους, η πολιτική αρετή είναι έμφυτη στον άνθρωπο και επομένως δε χρειάζεται να διδαχτεί.
     Όμως :
     α) η αιδώς και η δίκη δε δόθηκαν από την αρχή στον άνθρωπο (φάση Επιμηθέα), αλλά αργότερα, όταν ανέκυψαν συγκεκριμένα προβλήματα: οι άνθρωποι έπρεπε να πάψουν να κατοικούν διασκορπισμένοι και να δημιουργούσαν κοινωνικές συσσωματώσεις για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Χρειάζονταν δηλαδή ένας παράγοντας που θα διακανόνιζε τις μεταξύ τους σχέσεις και θα εξασφάλιζε την ομαλότητα.
     β) ο άνθρωπος λαμβάνοντας ως δώρο την αιδώ και τη δίκη εξασφάλισε τις προϋποθέσεις της πολιτικής αρετής. Με την επιμέλεια και τη φροντίδα κινείται προς την πραγμάτωση της. Δηλαδή ο άνθρωπος προικίσθηκε με όλες τις προϋποθέσεις της πολιτικής αρετής, τις διαθέτει «εν δυνάμει», αλλά αυτές ενεργοποιούνται στον πολιτικό τομέα με την προσωπική του φροντίδα και επιμέλεια. Στην ουσία πρόκειται για διαφορετικές εξελικτικές φάσεις μιας και της αυτής διαδικασίας.
     Πρέπει να σημειώσουμε ακόμα ότι για τον Πρωταγόρα υπάρχει εσωτερικός δεσμός ανάμεσα στους «νόμους» και στη «διδακτική» διαδικασία, που είναι διαφορετική από τη φυσική προδιάθεση ή τη φυσική λειτουργία. Οι νόμοι δε δόθηκαν αμέσως στους ανθρώπους, μόλις δημιουργήθηκαν, αλλά ήρθαν ύστερα, για να καλύψουν και αυτοί την ανάγκη της συμβίωσης των ανθρώπων, άρα να βοηθήσουν στην επιβίωσή του.


[1] Τα επιχειρήματα που πέφτουν στο λάθος τούτο αστοχούν, επειδή προσπαθούν να αποδείξουν μια απόφανση (συμπέρασμα) με προτάσεις (προκείμενες) που έχουν οι ίδιες ανάγκη να αποδειχθούν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: