Σάββατο, 11 Δεκεμβρίου 2010

Πλάτωνας, Πρωταγόρας: Ενότητα 1 - Η αρετή μπορεί να διδαχθεί;

Το αντικείμενο της διδασκαλίας του Πρωταγόρα;
Ευβουλία = η σωστή σκέψη και ευθυκρισία (=η ικανότητα κάποιου να κρίνει γενικά και να σκέφτεται σωστά) που οδηγεί στη λήψη σωστών αποφάσεων και στην ιδιωτική ζωή (για τον οίκο) και στη συμμετοχή του στα κοινά, στην ενασχόλησή του με την πολιτική. Η ευβουλία είναι ένα σύνολο γνωρισμάτων που όταν συγκεντρώνονται σε ένα πρόσωπο το κάνουν να ξεχωρίζει από το πλήθος.
Η αγωγή που επαγγέλλεται ο Πρωταγόρας έχει δύο στόχους:
ü      να κάνει τον άντρα πολίτη να δρα με επιτυχία στον ιδιωτικό βίο: σεβασμός στο παρελθόν του οίκου, φροντίδα για το μέλλον του,
ü      να κάνει τον άντρα πολίτη να δρα με επιτυχία στο δημόσιο βίο: συμμετοχή, θετική κριτική στάση, πολιτικές αποφάσεις για τα ζητήματα της πόλης, να μπορεί να συνδυάζει τα λόγια με τα έργα, τη θεωρία (τις ιδέες, τις σκέψεις του) με τη δυνατότητα της επιτυχούς υλοποίησης της (τα έργα). Ένας πολίτης αναγκαίος και χρήσιμος για την Αθήνα, όπου στα πλαίσια του δημοκρατικού πολιτεύματος όλες οι αποφάσεις παίρνονταν συλλογικά.
Ο Πρωταγόρας υποστηρίζει ότι διδάσκει την πολιτική τέχνη, την πολιτική αρετή.
Οίκος = βλ. σχόλιο βιβλίου
Αρετή = στην αρχαιότητα σήμαινε την πιο καλή κατάσταση του κάθε πράγματος (μιλούσαν για αρετή του ματιού, αρετή του ίππου κτλ.). Αρετή του ανθρώπου (ἀνδρός ἀρετή) είναι μια κατάσταση αρτιότητας και ισοδυναμεί με την ολοκλήρωσή του.
Πολιτική αρετή = η άρτια διαμόρφωση του ανθρώπινου τύπου πολίτη, με σωστά και σύμμετρες αναπτυγμένες ικανότητες που ταιριάζουν σ’ ένα ελεύθερο και υπεύθυνο πρόσωπο.

Ο όρος πολιτική τέχνη
Ο όρος πολιτική τέχνη, όπως χρησιμοποιήθηκε από τον Πρωταγόρα, σχετικά με το μάθημα που επαγγέλλεται και διδάσκει, θεωρήθηκε από το Σωκράτη αόριστος [Ποιες φράσεις στο κείμενο δείχνουν ότι ο Σωκράτης τον θεώρησε αόριστο;].
Ο Σωκράτης, θέλοντας να διασαφηνίσει το περιεχόμενο το οποίο δίνει ο Πρωταγόρας στον όρο πολιτική τέχνη, τον ρωτάει αν εννοεί πως διδάσκει μια τέχνη που κάνει τους νέους άντρες αγαθούς πολίτες, τους μαθαίνει την «ἀνδρός ἀρετή».
Σύμφωνα με την αρχαιοελληνική αρετή οι όροι «ἀνδρός ἀρετή», «πολιτική ἀρετή», «ἀρετή» ήταν στενά συνδεδεμένοι, ταυτόσημοι θα λέγαμε. Η αρετή αφορούσε τη δράση του ατόμου-πολίτη και στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή. Αυτή η ταύτιση απορρέει από την αντίληψη ότι η πόλη αποτελεί το πρώτο μέλημα του ανθρώπου, διότι μόνο μέσα στην πόλη το άτομο μπορεί να καταξιωθεί (να αποκτήσει δηλαδή αξία) ως προσωπικότητα, να ακεραιωθεί ως χαρακτήρας (να αναπτύξει την προσωπικότητά του) και να δράσει γόνιμα και ευεργετικά τόσο για τον εαυτό του όσο και για το κοινωνικό σύνολο. 

Η έννοια της αρετής εξελίχθηκε στην αρχαιότητα παράλληλα με τις κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις που διαμόρφωσαν την εικόνα της αρχαίας ελληνικής – πόλης κράτους.
ü      Στον Όμηρο η αρετή δηλώνει την ιδιότητα του «αριστοκράτη» και ταυτίζεται με τη σωματική δύναμη και την τόλμη. Ταυτίζεται με την ικανότητα του «ἐπιτελεῖν ἀριστείας» και του «λέγειν καί πράττειν»,
ü      Στη συνέχεια εξελίσσεται σε πνευματική ιδιότητα (σοφία),
ü      Ακολουθεί, καθώς διευρύνεται η δημοκρατία στην αρχαία ελληνική πόλη-κράτος η εξέλιξη της σε πολιτική ιδιότητα = η ιδιότητα του καλού πολίτη και του καλού πολιτικού [η ευβουλία του Πρωταγόρα],
ü      Στον Πλάτωνα η έννοια παίρνει ηθικό περιεχόμενο.


Η ειρωνεία του Σωκράτη στον Πρωταγόρα
 «Μάλιστα ωραία τέχνη κατέχεις λοιπόν, αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά»
[Ἦ καλόν, ἦν δ’ ἐγώ, τέχνημα ἄρα κέκτησαι, εἴπερ κέκτησαι].
ü     Η ειρωνεία στρέφεται: α) ενάντια στον Πρωταγόρα προσωπικά, β) σε ό,τι λέει ό,τι διδάσκει.
ü     Τέχνημα = α) επινόηση, τέχνη β) πανουργία, απάτη. Η σκόπιμη χρήση αυτής της λέξης από το Σωκράτη βάζει αμέσως στον αναγνώστη το ερώτημα: η τέχνη που επαγγέλλεται ο Πρωταγόρας, αυτά που υποστηρίζει ότι διδάσκει, είναι κάτι καλό ή κάτι κακό;
ü     Αν βέβαια την κατέχεις πραγματικά. Παρά την ευγένεια με την οποία διατυπώνεται η φράση προβάλλει την αμφισβήτηση του Σωκράτη για την ειδικότητα που ισχυρίζεται ότι κατέχει ο Πρωταγόρας, αν μπορεί να διδάξει όσα λέει ότι διδάσκει, δηλαδή την πολιτική αρετή.

Η θέση του Σωκράτη και τα επιχειρήματά του
Η θέση: Η πολιτική αρετή δεν είναι κάτι που μπορεί να διδαχτεί ούτε όσοι την κατέχουν μπορούν να τη μεταδώσουν ούτε στα παιδιά τους ούτε σε άλλους ανθρώπους.
Τα επιχειρήματά είναι δύο. Δεν τα αντλεί από τον «ορθό λόγο», αλλά από την πολιτική και κοινωνική καθημερινότητα της αρχαίας Αθήνας:
1ο επιχείρημα
ü      Οι Αθηναίοι κατά γενική ομολογία είναι σοφοί. Όταν πρόκειται να συζητήσουν στην εκκλησία του δήμου κάποιο τεχνικό ζήτημα, για κάποιο τεχνικό θέμα, καλούν τους ειδικούς, τους «επαΐοντες», για να τους συμβουλέψουν με τις εξειδικευμένες τεχνικές τους γνώσεις.
ü      Όταν όμως πρόκειται όμως να συζητήσουν ζητήματα σχετικά με τη διοίκηση (τη διακυβέρνηση) του κράτους τους (της πόλης τους) ο κάθε πολίτης άσχετα με τις γνώσεις του, την καταγωγή του (την κοινωνική του θέση) ή την οικονομική του κατάσταση μπορεί να διατυπώνει γνώμη για αυτά, χωρίς να του γίνει προηγουμένως διδασκαλία.
ü      Άρα η πολιτική τέχνη, η πολιτική αρετή δεν μπορεί να διδαχτεί, όπως οι άλλες τεχνικές γνώσεις, και γι’ αυτό οι Αθηναίοι επιτρέπουν σε όλους να έχουν γνώμη και να τη διατυπώνουν σε πολιτικά ζητήματα.

1)       Οι Αθηναίοι είναι σοφοί
2)       Άρα κάθε άποψή τους και κάθε πρακτική τους είναι ορθή και αληθινή. Ο συλλογισμός αυτός δε διατυπώνεται, αλλά συνάγεται από την πρόταση (1).
3)       Για όποια ζητήματα θεωρούν ότι μπορούν να διδαχτούν οι Αθηναίοι ζητούν τις συμβουλές των ειδικών.
4)       Για τη διακυβέρνηση της πόλης και τη διαχείριση των πολιτικών ζητημάτων όλοι οι Αθηναίοι πολίτες μπορούν να έχουν λόγο και να εκφράσουν τη γνώμη τους.
Þ Από το συνδυασμό των θέσεων (3) και (4) προκύπτει ότι οι σοφοί Αθηναίοι πιστεύουν ότι η διαχείριση των ζητημάτων της πόλης δεν μπορεί να διδαχτεί.

ü     Βάση του συλλογισμού, του επιχειρήματος του Σωκράτη, είναι ότι οι Αθηναίοι είναι σοφοί. Κατά συνέπεια και η γνώμη τους πρέπει να είναι αυτονόητα δεκτή ως ορθή.

Τα βασικά χαρακτηριστικά της Αθηναϊκής Δημοκρατίας όπως σκιαγραφούνται εδώ:
ü      παρρησία (ελευθερία λόγου)
ü      ισηγορία (ίσα δικαιώματα στο λόγο)
ü      δυνατότητα συμμετοχής όλων των πολιτών στην εκκλησία του δήμου και στους άλλους θεσμούς
ü      συλλογικότητα στη λήψη αποφάσεων
ü      καλλιέργεια υπευθυνότητας στο σύνολο ή, έστω, σε πολύ μεγάλο αριθμό πολιτών μέσα από τη συμμετοχή τους σε αυτές τις διαδικασίες.

2ο επιχείρημα
ü     Στον ιδιωτικό βίο οι πιο σοφοί και άριστοι πολίτες, που αποδεδειγμένα κατέχουν ή κατείχαν την πολιτική αρετή περισσότερο από οποιονδήποτε, αδυνατούν να τη μεταδώσουν στους άλλους. Το παράδειγμα του Περικλή: μόρφωσε τους γιους του καλά και σωστά σε διάφορα θέματα, στην πολιτική αρετή όμως ούτε ο ίδιος τους μόρφωσε ούτε σε άλλους τα παρέδωσε. .
Þ Η πολιτική αρετή δεν μπορεί να διδαχτεί

Κριτική της επιχειρηματολογίας του Σωκράτη
Α. Σε ένα πρώτο επίπεδο η επιχειρηματολογία του Σωκράτη θα μπορούσε να κριθεί ικανοποιητική. Οι λόγοι που αποδεικνύουν την παραπάνω εκτίμηση μας:
Σχετικά με το 1ο επιχείρημα: ο Αθηναίος πολίτης ζούσε και λειτουργούσε μέσα στα πλαίσια της άμεσης δημοκρατίας. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της άμεσης δημοκρατίας:
ü     αναγνωριζόταν σε όλους τους Αθηναίους πολίτες το δικαίωμα της συμμετοχής στην εκκλησία του δήμου,
ü     αναγνωριζόταν σε όλους τους Αθηναίους πολίτες το δικαίωμα διατύπωσης γνώμης για όλα τα πολιτικά ζητήματα,
ü     Οι πολλές και διαφορετικές γνώμες έδιναν τη δυνατότητα μιας πολυπρισματικής και πολυεπίπεδης προσέγγισης των ποικίλων ζητημάτων που τους απασχολούσαν. Έτσι οι Αθηναίοι πολίτες είχαν τη δυνατότητα να σχηματίσουν μια όσο το δυνατό μια πιο πλήρη εικόνα της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί και στη συνέχεια να προχωρήσουν μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο στη λήψη της πιο σωστής απόφασης για την πόλη τους.
Þ Ο Αθηναίος πολίτης μέσα στα πλαίσια της άμεσης δημοκρατίας και της οποίας τα κύρια χαρακτηριστικά ήταν η γνώση των πολιτική πραγμάτων και η συμμετοχή σ’ αυτά ήταν ενεργός παράγοντας της πολιτικής ζωής χωρίς κάποια ιδιαίτερη διδασκαλία. 

Σχετικά με το 2ο επιχείρημα: Πολλοί είναι που ακόμα και σήμερα υποστηρίζουν –παρά την ανάπτυξη της πολιτικής επιστήμης- ότι η πολιτική αρετή είναι ένα έμφυτο χάρισμα. 
Β. Σε ένα δεύτερο επίπεδο θα μπορούσαμε να διατυπώσουμε τα εξής:
ü     Ο Σωκράτης χαρακτηρίζει όλους τους Αθηναίους σοφούς. Με βάση τη λογική αυτό είναι ανέφικτο. Δεν μπορεί όλοι οι Αθηναίοι πολίτες να κοσμούνται με την πολιτική αρετή, να είναι απόλυτα συνειδητοποιημένοι πολίτες με πλήρη επίγνωση των ποικίλων πολιτικών ζητημάτων, πολίτες με αναπτυγμένη ευθυκρισία. Είναι μια γενίκευση που δεν ισχύει, που παραβλέπει τη διαφορετικότητα μέσα στην αθηναϊκή κοινωνία, τα διαφορετικά επίπεδα ενσυνείδητης ή και ασυνείδητης πολιτικής γνώσης, τη διαφορετική ταυτότητα του κάθε ατόμου. Εξάλλου πολλές φορές οι Αθηναίοι πολίτες παρασύρθηκαν από δημαγωγούς και ψήφισαν αποφάσεις που αποδείχτηκαν ολέθριες για την πόλη τους.
Άρα η θέση αυτή του Σωκράτη δεν μπορεί να θεωρείται εκ των προτέρων αληθινή.
ü     Οι Αθηναίοι πολίτες μεγάλωναν και ζούσαν στο πλαίσιο της άμεσης δημοκρατίας, έπαιρναν μέρος στις συζητήσεις στην αγορά, ήταν υποχρεωμένοι να γνωρίζουν τους νόμους, καλούνταν (όχι πάντα γιατί οι ίδιοι το επιθυμούσαν, αλλά και γιατί επιβάλλονταν από τις ίδιες τις δομές της αθηναϊκής δημοκρατίας, αφού πολλά αξιώματα τα αναλάμβαναν με κλήρο) να αναλάβουν αξιώματα. Ζούσαν «δια βίου» μια άτυπη διδασκαλία της πολιτικής αρετής.
ü     Σχετικά με το δεύτερο επιχείρημα δέχεται περισσότερες αμφισβητήσεις. Το γεγονός ότι ο Περικλής δε διδάσκει στους γιους του την αρετή μπορεί να οφείλεται στην πεποίθησή του ότι αυτά δεν είχαν την προδιάθεση να τη διδαχτούν (κάτι που αυτός το δέχτηκε), ότι, κατά τη γνώμη του, δεν είχαν αυτοί την κλίση για μια τέτοια ενασχόληση, οπότε μια τέτοιου είδους διδασκαλία θα θεωρούνταν μάταιη. 
ü     Ακόμα η προσωπική κατάκτηση της πολιτικής αρετής και η έμπρακτη απόδειξη ότι το άτομο κατέχει αυτή, δε σημαίνει αυτόματα και την κατάκτηση της δυνατότητας, της ειδικής ικανότητας, να μπορείς να τη διδάξεις αυτήν επαρκώς και με απτά αποτελέσματα.

Γενικότερες εκτιμήσεις σχετικά με την επιχειρηματολογία:
Τα επιχειρήματα του Σωκράτη είναι περιγραφικά και εμπειρικά. (Ανήκουν σ’ αυτά που ο Αριστοτέλης χαρακτηρίζει ως πιθανολογικά επιχειρήματα, «εξ εικότων»).

Ανάμεσα στα δύο επιχειρήματα διαφαίνεται μια αντίφαση:
Όλοι κατέχουν την πολιτική αρετή εκ φύσεως η πολιτική αρετή, άρα αυτή δε διδάσκεται
¹
Αφού την κατέχουν όλοι πώς δικαιολογείται ότι ο Περικλής και άλλοι σαν αυτόν δεν μπόρεσαν να τη διδάξουν στους γιους τους; Αφού την κατείχαν τι έπρεπε να διδάξουν; 
Οι Αθηναίοι μιλούν όλοι για θέματα πόλης, για θέματα πολιτικής, όχι επειδή την κατέχουν εκ φύσεως, αλλά γιατί ζουν σ’ ένα πολιτικό πλαίσιο όπου η πολιτική ενασχόληση των αντρών είναι καθημερινό κομμάτι της ζωής τους. Οπότε δε χρειάζεται ο Περικλής, ή οποιοσδήποτε άλλος σαν τον Περικλή, να διδάξει στους γιους του την πολιτική τέχνη. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι αυτό γίνεται σε ικανοποιητικό βαθμό αυτόματα, μέσα από τις συμμετοχικές διαδικασίες που βιώνουν οι Αθηναίοι ως ενεργοί πολίτες.
ü     Η αδυναμία των επιχειρημάτων του Σωκράτη οφείλεται στο γεγονός ότι κατά βάθος πιστεύει ότι η πολιτική αρετή διδάσκεται. Σε αυτό το σημείο όμως είναι υποχρεωμένος να υποστηρίξει την αντίθετη άποψη (ότι η πολιτική αρετή δεν μπορεί να διδαχτεί) για να ελέγξει τη σοφιστική ικανότητα του Πρωταγόρα.


Η μεθοδολογία του Σωκράτη
Επαγωγική μέθοδος

Ξεκινάει από επιμέρους περιπτώσεις και διατυπώσεις (και μάλιστα εμπειρικές)
[Επακτικοί λόγοι]
1)       Η συμπεριφορά των Αθηναίων όταν συζητούν στην εκκλησία του δήμου τεχνικά ή γενικότερα πολιτικά θέματα
2)       Η αδυναμία των μεγάλων πολιτικών αντρών να διδάξουν την πολιτική αρετή
ß
ß
γενικό συμπέρασμα
[το ορίζεσθαι καθόλου]
Η πολιτική αρετή δε διδάσκεται


«Επειδή όμως σε ακούω ... ... ... μη μας αρνηθείς και κάνε το»
ü     Έμμεσα ο Σωκράτης δε θεωρεί αλάνθαστη τη θέση του Πρωταγόρα ούτε αδιαπραγμάτευτη. Αντίθετα, εκφράζει την πεποίθηση ότι ο Πρωταγόρας θα έχει ενδιαφέροντα στοιχεία με τα οποία αποδεικνύει το διδακτό της αρετής.
ü     Κατέχει πλήθος γνώσεων (προϊόν μάθησης), έχει εμπειρία, έκανε τις δικές του προσωπικές αναζητήσεις.
Ο διάλογος ανοίγει – το θέμα, το ερώτημα έχει τεθεί.

Η «μαιευτική μέθοδος» του Σωκράτη
Το αρχικό ερώτημα του Σωκράτη στον Πρωταγόρα ήταν ποιο είναι το αντικείμενο διδασκαλίας του δεύτερου.
ü      Ο Πρωταγόρας απαντά ότι διδάσκει την πολιτική τέχνη.
ü      Ο Σωκράτης ανταπαντά λέγοντας ότι σύμφωνα με τη γνώμη του ο Πρωταγόρας διδάσκει την πολιτική αρετή. Πρόκειται για μια εσκεμμένη παρανόηση. Στόχος είναι να εισαχθεί στο διάλογο η έννοια της αρετής και αν αυτή είναι διδακτή ή έμφυτη στον άνθρωπο.
ü      Ο Σωκράτης παίρνει αρνητική θέση.
ü      Ο Πρωταγόρας που απάντησε ήδη θετικά (ότι διδάσκει την πολιτική τέχνη) και δεχόμενος τη σκόπιμη παρανόηση του Σωκράτη δέχεται ότι μπορεί να διδάξει την πολιτική αρετή (έννοια γενικότερη της πολιτικής τέχνης, έννοια της οποίας η πολιτική τέχνη αποτελεί μεγάλο κομμάτι –για την κοσμοαντίληψη των αρχαίων Αθηναίων πολιτών- αλλά όχι ταυτόσημη).
ü      Η αρνητική θέση που εκφράζει σ’ αυτό το σημείο ο Σωκράτης γίνεται από σκοπού. Ο Σωκράτης πιστεύει στο διδακτό της αρετής. Ο Σωκράτης υποστηρίζει εξάλλου ότι η γνώση οδηγεί τον άνθρωπο στην πραγματική ευδαιμονία και οδηγεί τις πράξεις του στο καλό και το δίκαιο. Όταν δε συμβαίνει αυτό, τότε η αιτία είναι η άγνοια («οὐδείς ἑκών κακός»).
ü      [Οι ενστάσεις που θα μπορούσε να προβάλει ο Σωκράτης αφορούν το περιεχόμενο της γνώσης και τον τρόπο που αυτή γίνεται κτήμα των ανθρώπων, όχι τη θέση ότι η γνώση κάνει τον άνθρωπο ευτυχισμένο, δίκαιο, καλό].
Ο διάλογος μπορεί να αρχίσει – Ο Πρωταγόρας πρέπει να προσπαθήσει να αποδείξει ότι η αρετή διδάσκεται.

Η διδασκαλία των σοφιστών – Η χρήση του μύθου 
Οι βασικές μέθοδοι διδασκαλίας των σοφιστών ήταν τρεις:
Ο μύθος
ü      Η διδακτική αξιοποίηση των μύθων προβάλλεται ήδη από τον Όμηρο και δεν αποτελεί επινόηση των σοφιστών.
ü      Οι σοφιστές όμως χρησιμοποιούν τους μύθους της παράδοσης, αλλά τονίζουν μόνο το διδακτικό τους μέρος, ενώ από την περιοχή της φαντασίας/της περιπέτειας χρησιμοποιούν μόνο όσα στοιχεία δεν έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τη λογική.
ü      Ο μύθος ευχαριστεί μεν τους ακροατές, αλλά περιορίζει την κριτική τους ικανότητα.
ü      Ο μύθος ως όργανο λογικής έρευνας παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες, γιατί τον χαρακτηρίζουν ο εμπειρικός δογματισμός και η τάση για απλούστευση.
ü      Οι σοφιστές καταβάλανε προσπάθειες να αντιμετωπίσουν και να περιορίσουν αυτές τις αδυναμίες του μύθου.
ü      Ο Πρωταγόρας καταφεύγει στο μύθο με στόχο: να ακουστεί ευχάριστα και να γοητεύσει τους ακροατές του με τη μαγεία του μύθου, την ευγλωττία  και τα ποιητικά του στολίδια.
ü      Ο μύθος που ακολουθεί [του Προμηθέα και του Επιμηθέα] παρουσιάζεται εδώ από τον Πρωταγόρα για χάρη της πλατωνικής διαλεκτικής. Στα συμπεράσματα από αυτόν ο Πρωταγόρας δίνει αποδεικτική σημασία όση ακριβώς θα έδινε και στο λόγο.
ü      Μύθους χρησιμοποιεί και ο Πλάτωνας στο έργο του, αλλά τους δίνει καθαρά συμβολικό χαρακτήρα και πάντοτε ως συμπλήρωμα της διαλεκτικής, η οποία προσπαθεί να αναζητήσει την αλήθεια με το διάλογο και την ενδελεχή χρήση της λογικής.
ü      Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και η βασική διαφορά ανάμεσα στον Πλάτωνα και τους σοφιστές. Στο δεύτερο ποτέ ο μύθος δε διεκδικεί ισοτιμία με τη διαλεκτική.

Ο λόγος
ü      Είναι η πιο συνηθισμένη μέθοδος των σοφιστών. Ο λόγος που παίρνει μορφή διεξοδικής διάλεξης, ο σοφιστής ξεκινάει από τα δεδομένα και πάνω σε αυτά στηρίζει γενικές κρίσεις.
ü      Οι σοφιστές διανθίζουν το λόγο με πολλά ρητορικά σχήματα, έτσι ώστε ο ακροατής να μην έχει πάντοτε τη δυνατότητα να ελέγξει το περιεχόμενο και τα πιθανά άλματα στη συλλογιστική πορεία.
ü      Επομένως η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόλογο όργανο στην αναζήτηση της αλήθειας.



Ο σχολιασμός ποιητικών κειμένων
ü      Ως μέθοδος είναι πιο αδύναμη από τις άλλες δύο στην αναζήτηση της αλήθειας.
ü      Δεν είναι απαραίτητο ο ποιητής να έγραψε το ποίημά του για να φέρει στο φως μιαν αλήθεια. Η λειτουργία της ποίησης είναι εντελώς διαφορετική και κυρίως υποκειμενική. 
ü      Η γλώσσα του ποιήματος διαφέρει από τη γλώσσα της επιστήμης: παραστατική ή μεταφορική στην πρώτη περίπτωση – αποδεικτική στη δεύτερη.

Η διαλεκτική μέθοδος
Η διαλεκτική του Σωκράτη ξεκινάει από την απορία που οδηγεί στην απάντηση και αυτή στην παραδοχή ή αντίρρηση του συνομιλητή ή και την απαίτηση για περισσότερες εξηγήσεις. Έτσι πριν διατυπωθεί κάποιος συμπέρασμα, έχει προηγηθεί η λεπτομερής ανάλυση της ουσίας κάθε έννοιας και κάθε σχετικής παραμέτρου με το υπό εξέταση ζήτημα με κριτήρια λογικά.
Είναι η πιο ασφαλής μέθοδος γιατί δεν έχει την αυθαιρεσία του μύθου, ούτε την αβεβαιότητα για τη λογική συνέχεια του λόγου, ούτε τον υποκειμενισμό της ποίησης.




Δεν υπάρχουν σχόλια: